θάλαμος

위키낱말사전, 말과 글의 누리
Jump to: 둘러보기, 찾기
고대 그리스어(Ἀρχαία ἑλληνικὴ)

명사

θάλαμος   남성(m) 

  단수 복수
주격 θάλαμος οἱ θάλαμοι
소유격 τοῦ θαλάμου τῶν θαλάμων
여격 τῷ θαλάμῳ τοῖς θαλάμοις
목적격 τὸν θάλαμον τοὺς θαλάμους
고대 그리스어 명사 변화
IPA [ˈɵalamɔs] 
로마자 표기   thalamos
낱말의 영향
라틴어 thalamus