άλογο

From 위키낱말사전
Jump to navigation Jump to search

그리스어[edit]

  • 중성
  단수 복수
주격 το άλογο τα άλογα
소유격 του αλόγου των αλόγων
목적격 το άλογο τα άλογα
호격   άλογο   άλογα

  • 1. (동물) .